διαφέρω

διαφέρω, [tense] fut.
A

διοίσω S.OT321

,

διοίσομαι h.Merc.255

, etc.: [tense] aor. 1 διήνεγκα, [dialect] Ion. διήνεικα: [tense] aor. 2 διήνεγκον:—carry over or across,

δ. ναῦς τὸν Ἰσθμόν Th.8.8

; carry from one to another,

διαφέρεις κηρύγματα E.Supp.382

; [

τὸ ἤλεκτρον] διαφέρεται εἰς τοὺς Ἕλληνας Arist. Mir.836b6

: metaph., γλῶσσαν διοίσει will put the tongue in motion, will speak, S.Tr.323 codd.
2 of Time, δ. τὸν αἰῶνα, τὸν βίον, go through life, Hdt.3.40, E.Hel.[10];

νύκτα Id.Rh.600

: abs., ἄπαις διοίσει ib.982:—[voice] Med., live, continue,

ὑγιηροὶ τἄλλα διαφέρονται Hp. Art.56

; σοῦ διοίσεται μόνος will pass his life apart from thee, S.Aj. 511;

σκοπούμενος διοίσει X.Mem.2.1.24

(cj. Dind. for διέσῃ).
3 bear through, bear to the end,

σκῆπτρα E.IA1195

; γαστρὸς ὄγκον δ., of a woman, Id.Ion15, cf. X.Mem.2.2.5: hence,
4 bear to the end, go through with,

πόλεμον Hdt.1.25

, Th.1.11; but also, bear the burden of war, Id.6.54; endure, support, with an Adv.,

ῥᾷστα γὰρ τὸ σόν τε σὺ κἀγὼ διοίσω τοὐμόν S.OT321

;

δ. πότμον δάκρυσι E.Hipp.1143

(lyr.): abs., of patients in disease,

δ. ἕως τῶν εἰκοσιτεσσάρων ἡμερέων Hp.Int.40

; δ. φθειρόμενος ib.12 (also ἡ νοῦσος δ. ἐννέα ἔτεα ibid.).
II carry different ways, Ar.Lys.570, etc.;

δ. ἕκαστα εἰς τὰς χώρας τὰς προσηκούσας X.Oec.9.8

; toss about,

ὅπλισμα . . διαφέρων ἐσφενδόνα E.Supp.715

; δ. τὰς κόρας to turn the eyes about, Id.Ba. 1087. Or. 1261 (lyr.):—[voice] Pass., to be drawn apart, disrupted, opp. συμφέρεσθαι, Heraclit.10, Pl.Sph.242e, Epicur.Nat.908.2; to be tossed about, dub. in Str.3.2.5;

δ. ἐν τῷ Ἀδρίᾳ Act.Ap.27.27

, cf. Plu.Galb.26.
2 δ. τινά spread his fame abroad, Pi.P.11.60;

εἰς ἅπαντας τὴν ἐκείνου μνήμην δ. D.61.46

:—[voice] Pass.,

φήμη διηνέχθη Plu.2.163c

.
3 tear asunder, E.Ba.754; disjoin, Arist.Po.1451a34 ([voice] Pass.): metaph., distract,

τὰς ψυχὰς φροντίσιν Plu.2.133d

, cf. 97f ([voice] Pass.), D.Chr.32.46 ([voice] Pass.).
4 δ. τὴν ψῆφον give one's vote a different way, i.e. against another, Hdt.4.138, etc.; but also, give each man his vote, E.Or.49, Th.4.74, X.Smp.5.8.
5 ἐράνους δ., = διαλύεσθαι, pay them up, discharge them, Lycurg.22.
6 defer, reserve for judgement,

τὸν αἴτιον A.Ch.68

(lyr., διασπαράσσει Sch.).
7 plunder, Herod.7.90:—[voice] Pass.,

τῶν ἀπὸ [τῆς οἰκίας] φορτίων διενηνεγμένων PLond.1.45.9

(ii B.C.).
8 excel,

ἀρετῇ τοὺς ἄλλους D.S.11.67

, cf. 2.5;

καλλιτεκνίᾳ πάσας γυναῖκας Stud.Pont.3.123

([place name] Amasia).
III intr., differ,

φυᾷ δ. Pi.N.7.54

; ἆρ' οἱ τεκόντες διαφέρουσιν ἢ τροφαί; is it one's parents or nurture that make the difference? E.Hec.599: c. gen., to be different from, Id.Or.251, Th.5.86
, etc.;

οὐδὲν διοίσεις Χαιρεφῶντος τὴν φύσιν Ar.Nu.503

, cf. Pl.Prt.329d;

τὸ δ' . . ἀφανίζειν ἱερὰ ἔσθ' ὅτι τοῦ κόπτειν διαφέρει; D.21.147

;

δ. τὰς μορφάς Arist.HA 497b15

; δ. εἴς τι, ἔν τινι, X.Hier.1.2,7;

παρὰ τὴν Βεβρυκίαν App.Mith. 1

;

καθ' ὑπεροχὴν καὶ ἕλλειψιν Arist.HA486a22

;

κατὰ τὴν θέσιν Id.Mete.341b24

;

πρός τι Id.HA505a21

;

τίνι δ. τὰ ἄρρενα τῶν θηλειῶν . . θεωρείσθω Id.PA684b3

: c. inf.,

μόνῃ τῇ μορφῇ μὴ οὑχὶ πρόβατα εἶναι δ. Luc.Alex.15

: with Art., τρεῖς μόναι ψῆφοι διήνεγκαν τὸ μὴ θανάτου τιμῆσαι three votes made the difference (i.e. majority) against capital punishment, D.23.167; also διαφέρει τὸ ἥμισυ τοῦ ἔργου makes a difference equal to half the effort expended, X.Oec.20.17.
2 impers., διαφέρει it makes a difference,

πλεῖστον δ. Hp.Aph.5.22

;

βραχὺ δ. τοῖς θανοῦσιν εἰ . . E.Tr.1248

, etc.; οὐδὲν δ. it makes no odds,
Pl.Phd.89c, cf. Men.Epit.193;

σμικρὸν οἴει διαφέρειν; Pl.R. 467c

: c. dat. pers., δ. μοι it makes a difference to me, Antipho 5.13, Pl.Prt.316b, etc.; ἰδίᾳ τι αὐτῷ δ. he has some private interest at stake, Th.3.42; εἰ ὑμῖν μή τι δ. if you see no objection, Pl.La.187d;

τί δέ σοι τοῦτο δ. εἴτε . . εἴτε μή; Id.R.349a

, cf. Grg.497b, etc.: c. inf.,

οὐδέ τί οἱ διέφερεν ἀποθανεῖν Hdt.1.85

: with personal constr.,

πράγματά τινι διαφέροντα Plu.Caes.65

; to be of importance, πρός or εἴς τι, Gal.15.420,428;

τῷ ζῴῳ Id.UP9.5

.
3

τὸ δ.

the difference, the odds,

Pl.Phlb.45d

; = τὸ συμφέρον Antiph.31;

περὶ μεγίστων δὴ τῶν -όντων βουλεύεσθαι Th.6.92

, cf. Lys.31.5, Is.4.12; τὰ ἀναγκαιότερα τῷ ταμιείῳ δ. vital interests, PThead.15.17 (iii A.D.); τὸ δ. μέρος τῶν ἀποφάσεων the essential part, POxy.1204.11 (iii A.D.); τὰ δ. vital matters, Ep.Rom.2.18;

ἐπιστάμενος τὰ δ. παραβαίνειν τολμᾷ And. 3.19

(but τὰ δ. also simply, points of difference, in character and the like , Th.1.70, etc.).
4 to be different from a person: generally, in point of excess, surpass, excel him (cf. supr. 11.8), τινός v.l. for -όντως in Th.3.39; τινί in a thing, Id.2.39, Alex.36.6;

ἔν τινι Isoc.3.39

;

εἴς τι Pl.Ap.35b

;

κατὰ μέγεθος X.Lac.1.10

;

πρός τι Aeschin.1.181

: c. inf.,

δ. τινὸς μεταβιβάζειν τινά Pl.Grg.517b

: sts. folld. by ἤ, πολὺ διέφερεν ἀλέξασθαι ἤ . . it was far better . . than . ., X.An.3.4.33, cf. Mem.3.11.14, Vect.4.25 (where it means to differ in point of diminution); also

δ. μέγα τι παρὰ τὰς ἄλλας πόλεις Plb.10.27.5

: abs., excel,

ἐπί τινι Isoc.10.12

;

τάχει Jul.Or.2.53c

;

οἱ τόποι διαφέρουσι Thphr.CP5.14.9

;

διαφέρον τι πεπραχέναι

a remarkable achievement,

Plb.6.39.2

.
5 prevail,

ἐπὶ πολὺ διήνεγκε Th.3.83

.
6 quarrel, struggle, Telecl.20;

οἱ διαφέροντες

the parties, litigants,

PPar.69

B10 (iii A.D.).
7 come between, intervene,

ὁ διαφέρων χρόνος Antipho 5.94

.
8 belong to, τινί, as property, Ph.1.207, PLond. 3.940.23 (iii A.D.); of persons, belong to a household, PStrassb.26.5 (iv A.D.);

οἱ -φέροντες

kinsfolk,

Annuario 4

/5.476 ([place name] Bargylia); appertain to,

τῇ ὠνῇ BGU1062.21

(iii A.D.); τὰ εἰς τοῦτο -φέροντα πράγματα Mitteis Chr.372v3 (ii A.D.).
IV [voice] Med. and [voice] Pass., be at variance, quarrel,

τινί Heraclit.72

, cf. Amphis32
, etc.;

περί τινος Hdt.1.173

, Pl.Euthphr.7b; δ. ἀλλήλοις differ with, ibid., cf. Antipho 5.42;

τινὶ περί τινος Th.5.31

, cf. X.Oec.17.4;

πρὸς ἀλλήλους Lys.18.17

, cf. Hyp.Oxy.1607 Fr.1 iii 60, etc.;

τὰ πρὸς ἀλλήλους Supp.Epigr. 1.363.5

(Samos, iii B.C.);

ἀμφί τινος X.An.4.5.17

;

διενεχθέντας γνώμῃ Hdt.7.220

; δ. ὡς . . maintain on the contrary that . ., D.56.46; οὐ διαφέρομαι, = οὔ μοι διαφέρει, Id.9.8; μηδὲν διὰ τοῦτο διαφέρου let there be no dispute on this ground, Lys.10.17; οἱ -φερόμενοι the litigants, SIG685.29 (Crete, ii B.C.).—Not in [dialect] Ep.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαφέρω — carry over pres subj act 1st sg διαφέρω carry over pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφέρω — διαφέρω, διέφερα βλ. πίν. 217 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαφέρω — (ΑΝ) και διαφέρνω (ΜΝ) 1. έχω διαφορά, είμαι ανόμοιος, διάφορος, ξεχωρίζω («αυτά τα χρώματα διαφέρουν») 2. είμαι διαφορετικός από άλλο («σὺ νῡν διάφερε τῶν κακῶν», Ευρ. Ορ.) 3. υπερέχω, διακρίνομαι, είμαι ανώτερος, πλεονεκτώ («διαφέροντες καὶ… …   Dictionary of Greek

  • διαφέρω — [диафэро] р. отличаться, различаться …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαφέρω — ξεχωρίζω από κάποιον άλλο, είμαι διαφορετικός: Οι περισσότεροι δίδυμοι διαφέρουν στο χαρακτήρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαφέρεσθον — διαφέρω carry over pres imperat mp 2nd dual διαφέρω carry over pres ind mp 3rd dual διαφέρω carry over pres ind mp 2nd dual διαφέρω carry over imperf ind mp 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφέρετον — διαφέρω carry over pres imperat act 2nd dual διαφέρω carry over pres ind act 3rd dual διαφέρω carry over pres ind act 2nd dual διαφέρω carry over imperf ind act 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφέρεσθε — διαφέρω carry over pres imperat mp 2nd pl διαφέρω carry over pres ind mp 2nd pl διαφέρω carry over imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφέρετε — διαφέρω carry over pres imperat act 2nd pl διαφέρω carry over pres ind act 2nd pl διαφέρω carry over imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφέρῃ — διαφέρω carry over pres subj mp 2nd sg διαφέρω carry over pres ind mp 2nd sg διαφέρω carry over pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διενηνεγμένα — διαφέρω carry over perf part mp neut nom/voc/acc pl διενηνεγμένᾱ , διαφέρω carry over perf part mp fem nom/voc/acc dual διενηνεγμένᾱ , διαφέρω carry over perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.